δεινός

δεινός, ή, όν 1. страшный, сильный; 2. ловкий, умелый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δεινός" в других словарях:

  • δείνος — δεῑνος, ο (Α) 1. ονομασία για διάφορα στρογγυλά αγγεία, ποτήρια, κούπες κ.λπ. 2. δοχείο για το πλύσιμο τών ποδιών, ποδονιπτήρας 3. είδος χορού 4. το αλώνι 5. όργανο για κατασκευή ή επίχριση χαπιών. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαφορετική γραφή τού δίνος*, που… …   Dictionary of Greek

  • δεινός — fearful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινός — ή, ό (AM δεινός, ή, όν) Ι. 1. αυτός που προκαλεί δέος, φοβερός («δεινή συμφορά, καταστροφή κ.λπ.», «κάμπους τοὺς πολλοὺς καὶ τὰς δεινὰς κλεισούρας», «δεινὸς δ εἰς ὦπα ἰδέσθαι» που η εμφάνισή του προκαλεί τρόμο) 2. πολύ ικανός, δυνατός («δεινός… …   Dictionary of Greek

  • δεινός, -ή — ό 1. σφοδρός, άγριος, φοβερός: Ο καβγάς ανάμεσα στα δύο σκυλιά ήταν δεινός. 2. άξιος, έμπειρος, ικανός: Είναι δεινός κολυμβητής. 3. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., δεινά η συμφορά, τα βάσανα, οι κακουχίες: Τα δεινά της σκλαβιάς είναι αβάσταχτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεῖνος — δεῖνα such an one masc/fem/neut gen sg (attic) δεῖνα such an one masc/fem/neut gen sg δεῖνος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οὐ λέγειν δεινός, ἀλλὰ σιγᾶν ἀδύνατος. — См. Молчи, коли Бог разума не дал …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • δεινά — δεινός fearful neut nom/voc/acc pl δεινά̱ , δεινός fearful fem nom/voc/acc dual δεινά̱ , δεινός fearful fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινότερον — δεινός fearful adverbial comp δεινός fearful masc acc comp sg δεινός fearful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινοτάτω — δεινός fearful masc/neut nom/voc/acc superl dual δεινός fearful masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινοτάτων — δεινός fearful fem gen superl pl δεινός fearful masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινοτέραις — δεινός fearful fem dat comp pl δεινοτέρᾱͅς , δεινός fearful fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.